έκδηλος
επίθετοΠου είναι ολοφάνερος, απόλυτα σαφής και ευδιάκριτος, που γίνεται άμεσα αντιληπτός χωρίς να αφήνει περιθώρια αμφιβολίας.
Συνώνυμα
φανερός ολοφάνερος πρόδηλος εμφανής οφθαλμοφανής κατάδηλος ξεκάθαρος σαφής ευδιάκριτος ολοκάθαρος ορατός αυταπόδεικτος αδιαμφισβήτητος απροκάλυπτος αντιληπτός αυτονόητος
Αντώνυμα
άδηλος αφανής κρυφός λανθάνων συγκεκαλυμμένος ασαφής δυσδιάκριτος αδιόρατος υποδόριος ανεπαίσθητος σκοτεινός
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανακούφιση ήταν έκδηλη στο πρόσωπό της μόλις άκουσε τα ευχάριστα νέα.
- Ο εκνευρισμός του έγινε έκδηλος από τις πρώτες κιόλας ερωτήσεις των δημοσιογράφων.
- Υπήρχε μια έκδηλη αμηχανία στην αίθουσα μετά την απροσδόκητη ανακοίνωση.
- Η πρόθεσή της να αναλάβει την ηγεσία ήταν πλέον έκδηλη σε όλους.