ανοίγομαι
ρήμα1. Εμπιστεύομαι κάποιον και αποκαλύπτω τις σκέψεις, τα συναισθήματα ή τα μυστικά μου.
2. Απομακρύνομαι με πλωτό μέσο από την ακτή προς το ανοιχτό πέλαγος.
Συνώνυμα
εκμυστηρεύομαι εξομολογούμαι ξανοίγομαι ξεδιπλώνομαι αποκαλύπτομαι φανερώνομαι ξεθαρρεύω εκδηλώνομαι αποπλέω επεκτείνομαι απλώνομαι διευρύνομαι ριψοκινδυνεύω διακινδυνεύω σαλπάρω εκτίθεμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι πολύ εσωστρεφής χαρακτήρας και σπάνια ανοίγεται σε ανθρώπους που δεν γνωρίζει καλά.
- Ο ψαράς προτίμησε να μην ανοιχτεί στο πέλαγος λόγω της επερχόμενης κακοκαιρίας.
- Η εταιρεία ανοίχτηκε υπερβολικά με νέα δάνεια και τώρα δυσκολεύεται να τα αποπληρώσει.
- Μόλις φτάσαμε στην κορυφή του λόφου, μια απέραντη θέα ανοιγόταν μπροστά μας.