ανομοιότητα
ουσιαστικό1. Η έλλειψη ομοιότητας ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις· η ιδιότητα του να διαφέρει κανείς από κάποιον ή κάτι άλλο.
2. Συγκεκριμένο σημείο ή χαρακτηριστικό στο οποίο διαπιστώνεται διαφορά ανάμεσα σε συγκρινόμενα στοιχεία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Παρά τη φαινομενική τους ανομοιότητα, τα δύο αδέρφια μοιράζονται τις ίδιες βασικές αξίες.
- Ο ερευνητής κατέγραψε με ακρίβεια κάθε ανομοιότητα ανάμεσα στα δύο αρχαία χειρόγραφα.
- Η γενετική ανομοιότητα μεταξύ των πληθυσμών αποδείχθηκε μικρότερη από ό,τι αναμενόταν.
- Οι έντονες ανομοιότητες στον τρόπο ζωής και τις συνήθειές τους προκάλεσαν τελικά ρήξη στη σχέση τους.