αποσάθρωση

ουσιαστικό

1. Η φυσική ή χημική διαδικασία διάσπασης, θρυμματισμού και φθοράς των πετρωμάτων ή στερεών υλικών από την επίδραση ατμοσφαιρικών παραγόντων.

2. Η σταδιακή διάλυση, βαθιά παρακμή και απώλεια της συνοχής ενός θεσμού, συστήματος ή της κοινωνίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποσάθρωση των βράχων στην ακτή προκλήθηκε από τη διαρκή επίδραση των κυμάτων και του ανέμου.
  • Η διαφθορά οδήγησε στη ραγδαία αποσάθρωση των θεμελιωδών θεσμών του κράτους.
  • Οι μηχανικοί διαπίστωσαν σοβαρή αποσάθρωση στο σκυρόδεμα της παλιάς γέφυρας.
  • Απαιτούνται ριζικές μεταρρυθμίσεις για να αποτραπεί η κοινωνική αποσάθρωση.