επιτυχημένος
επίθετο1. Που επιτυγχάνει τους επιδιωκόμενους στόχους ή παράγει το επιθυμητό αποτέλεσμα σε δραστηριότητα, έργο ή προσπάθεια.
2. Που απολαμβάνει αναγνώριση ή θετική αξιολόγηση ως συνέπεια των επιτευγμάτων του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επιτυχημένος επιχειρηματίας μοιράστηκε τις εμπειρίες του.
- Η ομάδα ευχαρίστησε την επιτυχημένη αθλήτρια για τη νίκη.
- Το έργο αποδείχθηκε επιτυχημένο και πήρε χρηματοδότηση.
- Οι επιτυχημένοι μαθητές έλαβαν υποτροφίες.
- Η καμπάνια θεωρείται επιτυχημένη λόγω της μεγάλης απήχησης.