εύπορος
επίθετοΠου διαθέτει επαρκή ή άφθονα οικονομικά μέσα ή περιουσία, ώστε να ζει με άνεση και να καλύπτει ανάγκες και προτιμήσεις πέρα από τα αναγκαία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εύπορος επιχειρηματίας χρηματοδότησε τη νέα πτέρυγα του νοσοκομείου.
- Η εύπορη οικογένεια αγόρασε το παλιό αρχοντικό στο κέντρο της πόλης.
- Το έδαφος του κάμπου είναι εύπορο και αποδίδει πλούσιες σοδειές.
- Οι εύποροι επενδυτές ενδιαφέρθηκαν για την καινοτόμο επιχείρηση.
- Οι εύπορες γειτονιές προσέλκυσαν νέους κατοίκους και καταστήματα.
- Τα εύπορα χωράφια απέδωσαν φέτος πλούσια παραγωγή.