λογίζομαι
ρήμα1. Προσμετριέμαι ως ποσό ή στοιχείο σε αριθμητικούς υπολογισμούς ή σε λογιστικές εγγραφές.
2. Λαμβάνομαι υπόψη ή χαρακτηρίζομαι με συγκεκριμένο τρόπο μετά από εκτίμηση, κρίση ή αξιολόγηση.
Συνώνυμα
θεωρούμαι υπολογίζομαι εκλαμβάνομαι συμπεριλαμβάνομαι κατατάσσομαι χαρακτηρίζομαι αναγνωρίζομαι συλλογίζομαι υπολογίζω σκέφτομαι αναλογίζομαι αξιολογούμαι νομίζω θεωρώ φέρομαι σκέπτομαι
Αντώνυμα
αποκλείομαι αγνοούμαι παραβλέπομαι απορρίπτομαι απαξιώνομαι αμφισβητούμαι παραγκωνίζομαι διαγράφομαι περιφρονούμαι
Παραδείγματα χρήσης
- Για πολλά χρόνια λογίζομαι ως ειδικός στον τομέα.
- Μετά την αποδειχτική μαρτυρία, λογίζομαι ένοχος.
- Στα επίσημα στοιχεία λογίζομαι μόνιμος κάτοικος της πόλης.
- Ακόμη κι αν δεν το παραδέχομαι, λογίζομαι τυχερός για τις ευκαιρίες που μου δόθηκαν.
- Λογίζομαι ότι η απόφαση αυτή θα επηρεάσει το τελικό αποτέλεσμα.