περιθωριοποιημένος
επίθετο1. Αυτός που έχει εξωθηθεί ή αποκλειστεί στο περιθώριο της κοινωνικής, οικονομικής ή πολιτικής ζωής, στερούμενος ίσων ευκαιριών και δικαιωμάτων.
2. Αυτός που έχει παραμεριστεί, αγνοηθεί ή υποβαθμιστεί σε μια ομάδα, οργάνωση ή δραστηριότητα.
Συνώνυμα
αποκλεισμένος παραγκωνισμένος παραμερισμένος εξοβελισμένος εξοστρακισμένος απομονωμένος απόκληρος απόβλητος παροπλισμένος αποξενωμένος αποδιοπομπαίος περιφρονημένος ξεχασμένος αδικημένος ριγμένος ανένταχτος αφανής
Αντώνυμα
ενταγμένος ενσωματωμένος αποδεκτός κοινωνικοποιημένος προβεβλημένος αναγνωρισμένος ενεργός ευνοημένος κυρίαρχος δημοφιλής
Παραδείγματα χρήσης
- Πολλοί νέοι από ευάλωτα κοινωνικά στρώματα νιώθουν περιθωριοποιημένοι από το εκπαιδευτικό σύστημα.
- Μετά την εσωκομματική σύγκρουση βρέθηκε εντελώς περιθωριοποιημένος και χωρίς ουσιαστικές αρμοδιότητες.
- Η πολιτεία οφείλει να σχεδιάσει προγράμματα ένταξης για τις περιθωριοποιημένες ομάδες του πληθυσμού.
- Ένιωθε περιθωριοποιημένη στον εργασιακό της χώρο, καθώς κανείς δεν ζητούσε τη γνώμη της στις σημαντικές αποφάσεις.