σθεναρά

επίρρημα

1. Με αποφασιστικότητα, ψυχική τόλμη και ακλόνητη σταθερότητα απέναντι σε δυσκολίες ή αντιξοότητες.

2. Με μεγάλη φυσική δύναμη, ένταση, σφρίγος ή ενεργητικότητα.

Συνώνυμα

αποφασιστικά δυναμικά ανυποχώρητα αλύγιστα ανένδοτα ακλόνητα αταλάντευτα μαχητικά ρωμαλέα άκαμπτα σταθερά αδάμαστα γενναία γερά απτόητα ισχυρά έντονα άφοβα κραταιά παλληκαρήσια

Αντώνυμα

αδύναμα άτονα δειλά διστακτικά αναποφάσιστα χλιαρά ασθενικά υποτονικά αναιμικά παθητικά άβουλα χαλαρά

Παραδείγματα χρήσης

  • Υπερασπίστηκε σθεναρά τις απόψεις του παρά τις σφοδρές αντιδράσεις του ακροατηρίου.
  • Οι κάτοικοι αντιστάθηκαν σθεναρά στα σχέδια υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος.
  • Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε σθεναρά όλες τις κατηγορίες που του αποδόθηκαν στο δικαστήριο.
  • Η ομάδα πάλεψε σθεναρά μέχρι το τελευταίο λεπτό για να ανατρέψει το σκορ.