αναμόρφωση

ουσιαστικό

1. Ριζική αλλαγή, αναδιοργάνωση ή βελτίωση της δομής, της λειτουργίας ή της μορφής ενός συστήματος, θεσμού ή συνόλου.

2. Ηθική, πνευματική ή κοινωνική διόρθωση και βελτίωση της συμπεριφοράς ενός ατόμου, ιδίως παραβάτη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κυβέρνηση προχωρά σε ριζική αναμόρφωση του φορολογικού και ασφαλιστικού συστήματος.
  • Το ειδικό ίδρυμα είχε ως κύριο στόχο την κοινωνική αναμόρφωση των ανήλικων παραβατών.
  • Η πολεοδομική αναμόρφωση του ιστορικού κέντρου έδωσε νέα πνοή στην πόλη.
  • Ο λογιστής υπέβαλε τη δήλωση φορολογικής αναμόρφωσης της εταιρείας πριν από τη λήξη της προθεσμίας.