αξιοπρεπής
επίθετοΠου διατηρεί ή εκδηλώνει σταθερή αίσθηση αυτοσεβασμού και διακριτική, συνετή συμπεριφορά, με κατάλληλη εμφάνιση, στάση ή συνθήκες που προστατεύουν την προσωπική αξιοπρέπεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
απρεπής άσεμνος χυδαίος ντροπιαστικός άθλια πενιχρός άθλιος αλήτης αισχρός αξιολύπητος ατιμασμένος σκανδαλώδης ταπεινωμένος ανέντιμος ανήθικος απαράδεκτος άτιμος ανάξιος ευτελής μίζερος σκατένιος χάλια γελοίος απατεώνας ανυπόληπτος αχρείος ντροπιασμένος προκλητικός ατημέλητος ταπεινωτικός τραγικός ελεεινός διεφθαρμένος βρώμικος ανήκουστος κατάδικος
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι αξιοπρεπής άνθρωπος και ποτέ δεν προσβάλλει τους άλλους.
- Η γιαγιά παρέμεινε αξιοπρεπής μέχρι το τέλος.
- Το εστιατόριο σερβίρει αξιοπρεπές φαγητό σε καλές τιμές.
- Οι εργαζόμενοι αξίζουν αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας.
- Με ένα σταθερό μισθό μπορείς να ζεις μια αξιοπρεπή ζωή.