διαρκής

επίθετο

1. Που διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα ή παραμένει σε ισχύ πέρα από το αναμενόμενο.

2. Που υπάρχει ή ενεργεί χωρίς διακοπή ή παύση.

3. Που επιδεικνύει σταθερή παρουσία ή επίδραση καθ’ όλη τη διάρκεια μιας κατάστασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διαρκής βροχή προκάλεσε πλημμύρες στις πεδινές περιοχές.
  • Ο διαρκής θόρυβος από το εργοστάσιο ενοχλεί τους κατοίκους.
  • Η διαρκής προσπάθεια των επιστημόνων οδήγησε σε νέες ανακαλύψεις.
  • Υπάρχει διαρκής ανάγκη για εκπαίδευση στον ψηφιακό τομέα.
  • Η διαρκής παρουσία των εθελοντών εξασφάλισε την καλή οργάνωση της εκδήλωσης.