σπασμωδικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με σπασμό, οφείλεται σε αυτόν ή χαρακτηρίζεται από απότομες και ακούσιες συσπάσεις.
2. (μεταφορικά) Που γίνεται ασυντόνιστα, χωρίς μέθοδο, προγραμματισμό ή διάρκεια, παρασυρόμενος από στιγμιαία ένταση.
Συνώνυμα
σπαστικός ασυντόνιστος αποσπασματικός ασυνεχής απότομος αλλοπρόσαλλος ασυνάρτητος κοφτός τιναχτός συσπαστικός ασταθής κλονικός διακεκομμένος παρορμητικός άτακτος βιαστικός
Αντώνυμα
συντονισμένος μεθοδικός σταθερός συνεχής ομαλός συστηματικός προγραμματισμένος ψύχραιμος στρωτός αρμονικός ήρεμος
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανε μια σπασμωδική κίνηση με το χέρι του και έριξε το ποτήρι από το τραπέζι.
- Οι σπασμωδικές ενέργειες της διοίκησης φανερώνουν την έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού.
- Τον ταλαιπωρούσε για μέρες ένας σπασμωδικός βήχας που δεν τον άφηνε να κοιμηθεί.
- Η είδηση προκάλεσε σπασμωδικές αντιδράσεις στους επενδυτές και πτώση των δεικτών.