τακτοποιημένος
επίθετο1. Που έχει τεθεί σε τάξη και σωστή θέση· που διακρίνεται από καθαριότητα και ευταξία (για χώρο ή αντικείμενα).
2. Που έχει ρυθμιστεί, διευθετηθεί ή επιλυθεί οριστικά (για υπόθεση, λογαριασμό ή εκκρεμότητα).
Συνώνυμα
συγυρισμένος συμμαζεμένος νοικοκυρεμένος διευθετημένος ρυθμισμένος οργανωμένος εύτακτος περιποιημένος φροντισμένος κανονισμένος αποκατεστημένος βολεμένος εξοφλημένος εκκαθαρισμένος λυμένος
Αντώνυμα
ατακτοποίητος ακατάστατος ασυμμάζευτος ασυγύριστος αδιευθέτητος ανοικοκύρευτος ανακατεμένος άτακτος ανοργάνωτος εκκρεμής απορρυθμισμένος ανεξόφλητος
Παραδείγματα χρήσης
- Το γραφείο του ήταν πάντα υποδειγματικά τακτοποιημένο και καθαρό.
- Όταν πλήρωσε και τον τελευταίο λογαριασμό, ένιωσε επιτέλους τακτοποιημένος.
- Όλα τα έγγραφα της επιχείρησης βρίσκονται πλέον τακτοποιημένα ανά έτος.
- Μετά από χρόνια περιπλάνησης, βρήκε μια καλή δουλειά, έκανε οικογένεια και είναι πια τακτοποιημένος.